Home » » Το βυσσινί ζακετάκι (γράφει η ΧΑΡΑ ΣΑΪΤΗ)

Το βυσσινί ζακετάκι (γράφει η ΧΑΡΑ ΣΑΪΤΗ)


Το βυσσινί ζακετάκι

(ένα υπέροχο Διήγημα από την ΧΑΡΑ ΣΑΪΤΗ)

Υγρά τα μάτια της πάλι σήμερα. Κάθε βράδυ μπροστά στο τζάκι, οι μνήμες καραδοκούν να χιμήξουν ανελέητες. Μαυροφορεμένη στο κουζινάκι της σκαλίζει τη φωτιά κι αναμετριέται με τα χρόνια  που πέρασαν. Οι εικόνες περνούν ολοζώντανες από τα μάτια της, καρέ-καρέ, σαν ασπρόμαυρη ελληνική ταινία.

- Maria, wieder weinst du? τη ρωτούσε με αυστηρή φωνή ο Τούρκος επιστάτης κάθε φορά που περνούσε από τη δική της πτέρυγα. Πάλι κλαίς, Μαρία; Στα μάτια του μέσα, διέκρινε βέβαια, μια συμπάθεια, που την έκρυβε κι ο ίδιος με δυσκολία. Πάλι κλαις;
Ήταν η καλύτερη εργάτισσα στο τμήμα της. Γερμανία του 60. Πληρωνόταν με το κομμάτι. Πορσελάνινα πιάτα έφτιαχναν. Τρέχανε τα χέρια της λες κι είχαν φτερά. Όλοι είχαν να κάνουν με την εργατικότητά της, την τιμιότητα, την ευσυνειδησία. Γι’ αυτό και συγχωρούσαν τα δάκρυά της, εφόσον δεν επηρέαζαν την απόδοσή της στη δουλειά.

Και πώς να μην κλαίει; Τα παιδιά της τα είχε αφήσει στην Ελλάδα, στην πεθερά της. Είχε χρόνια να τα δει, να τα ακούσει. Γράμματα δεν ήξερε, ό,τι νέο ερχόταν από κανέναν συχωριανό. Κρεμόταν απάνω του: η Σπυριδούλα μου; Ο Στάθης; Η Ελένη;
-         Όλοι καλά, μεγαλώνουν τα παιδιά, σας αποζητάνε…
Κακούργα ξενιτιά! Τι πέρασε!... Πώς άντεξε!...

Φύγανε πρώτα άλλοι απ΄ το χωριό. Οι κουμπάροι, τα ξαδέρφια, οι γειτόνοι. Λέγανε πως έχει δουλειές εκεί, στη Γερμανία. Και λεφτά. Λεφτά!!! Να ειδούνε οι καψεροί μιαν άσπρη μέρα. Το αποφάσισε πρώτα ο άντρας της. Έφυγε. Σε ένα χρόνο της έκανε χαρτί και την καλούσε να πάει κι αυτή. Να δουλέψουνε λίγον καιρό, να κάνουνε κομπόδεμα. Για τα παιδιά τους…

Όλα τα καλά είχε η Γερμανία. Μένανε σε μια καμαρούλα χωρίς ηλεκτρικό. Στρώνανε χάμω και κοιμόντουσαν. Δουλεύανε  και δώδεκα και δεκαπέντε ώρες. Όχι δε λέγανε, αρκεί να υπήρχε δουλειά. Τα λεφτά τα έραβε στη φόδρα  του σακακιού. Όλα τα μάζευε. Κοίταγε να μην χαλάει τίποτα.

Τα ρούχα της είχαν γίνει κουρέλια. Λιώσανε. Κάθε βράδυ τα μπάλωνε. Μια μέρα, την ώρα που σχολάσανε, της λέει ο Τούρκος:
-         Μαρία, komm! Έλα Μαρία!
Πήγαν μαζί του, μπροστά αυτός με τη γυναίκα του, πίσω εκείνη με την ξαδέλφη της.  Το διπλανό εργοστάσιο  έβγαζε υφάσματα και πετούσαν τόπια ολόκληρα, καινούργια, με μια παραφασάδα την άκρη, με μια ατέλεια στο χρώμα. Κουβάλησαν στο σπίτι όσα μπορούσαν να σηκώσουν. Το βράδυ καθόταν κι έραβε με τη βελόνα. Ντύθηκαν. Φούστες και παλτό, παντελόνια για τους άντρες, σακάκια.

-         Να ναι καλά ο παλιότουρκος!, θυμάται και σκαλίζει τη φωτιά της.

Η μόνη της διασκέδαση ήταν να κοιτάζει  τις βιτρίνες, όταν περνούσε να πάει στο σπίτι. Ήταν κλειστά τα μαγαζιά, αλλά και τι δεν είχαν! Φτωχομάγαζα βέβαια, μα για τη φτωχούλα ξενιτεμένη φάνταζαν παράδεισος. Αλλού χάζευε τα στολίδια για το σπίτι, αλλού τα ρούχα, αλλού παιχνίδια για τα παιδιά. Χριστούγεννα πλησίαζαν και το κρύο ήταν τσουχτερό. Το ψιλόχιονο δεν σταματούσε και είχε αρχίσει να το στρώνει. Τα φώτα του δρόμου την μάγευαν. Τότε το πρωτοείδε σε ένα κατάστημα γωνιακό, να στέκει στη βιτρίνα, το βυσσινί ζακετάκι. Ένα πλεχτό ζακέτο γυναικείο, με κοτσίδες στην πλέξη του, κόκκινο σκούρο, όχι φανταχτερό, σαν του βύσσινου το χρώμα. Είχε πέτο γιακά και στη μιαν άκρη ερχόταν κι έδενε με ένα χρυσαφί τριφύλλι, σαν καρφιτσούλα. Νέα κοπέλα ήταν κι εκείνη και το είχε ξεχάσει. Το ήθελε τόσο πολύ εκείνο το βισσινί ζακετάκι…Έπιανε με το χέρι το κομπόδεμα που είχε ραμμένο στη φόδρα. Α, πα πα, δεν θα έβαζε χέρι στα λεφτά. Ήταν για τα παιδιά της, δεν ήταν για ν’ αγοράζει λούσα!...
 Κάθε φορά κοντοστεκόταν και το χάζευε το βυσσινί ζακετάκι. Εκείνο το τριφυλλάκι του την τρέλαινε. Λες και ο κόσμος σταματούσε τους ήχους του, κάθε φορά που κοντοστεκόταν μπροστά στη βιτρίνα, χάιδευε με το χέρι το κρυμμένο κομπόδεμα, και κοιτούσε το ζακετάκι.

Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια της, όταν θυμάται το βυσσινί ζακετάκι, ακόμα τώρα, που γέρασε και στέκει μόνη της να σκαλίζει τη φωτιά στο κουζινάκι της. Μοιάζει εκείνο το βυσσινί ζακέτο με το χρυσό τριφύλλι, σαν το χαμένο όνειρό της το άπιαστο, σαν τους κόπους της που πήγαν στράφι.

Με 700.000 δρχ. γύρισε στο χωριό μετά από επτά χρόνια ξενιτιάς. Τα παιδιά της στην αρχή δεν την γνώριζαν. Τα λεφτά πήγαν χαράμι, έτσι τα έφερε η ζωή και δεν πιάσανε τόπο. Σε λίγα χρόνια μαυροφόρεσε ισοβίως. Ζωή ήταν και πέρασε. Μέσα στα τόσα που την πληγώνουν, ένα πράγμα την πονάει ακόμα: εκείνο το βυσσινί ζακετάκι. Έπρεπε να το είχε αγοράσει…

Υ.Γ. Η ιστορία είναι αληθινή, όπως μου τη διηγήθηκε η ηλικιωμένη κυρά Μαρία Π., κλαίγοντας συγκινημένη, όταν αναθυμόταν εκείνο το βυσσινί ζακετάκι…

Θέλω να το αφιερώσω σε όλους τους ξένους αυτής της γης.

                                         
                                             Χαρά Σαΐτη

"Ερώμαι την τέχνην"

"Ερώμαι την τέχνην"
το εικαστικό είναι έργο βραβευμένο του ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΠΑΠΑΔΑΝΤΩΝΑΚΗ

Τα περιοδικό μας «Αφιερώματα» κυκλοφορεί με τα «γιορτινά του» περιμένοντας την βράβευσή του!!!

Πρόσφατα "Αφιερώματα.gr"

Για τα "Αφιερώματα"...:

«ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ»: περιοδικό ουσίας και με πολιτική ανάλυση της ελληνικής, κατά το δυνατόν, πραγματικότητας. Διαφέρει από όλα τα περιοδικά που κυκλοφορούν όχι μόνο γιατί είναι απόλυτα ανεξάρτητο από ιδεολογικές αγκυλώσεις, κομματικές δεσμεύσεις και οποιεσδήποτε σκοπιμότητες, αλλά και γιατί έχει όλως άλλη οπτική. Γι’ αυτό και είναι πάντα άρρηκτο συνδεδεμένο με τις τέχνες, το Στοχασμό, τις Παροιμίες, την χριστιανική Γραφή, την «θύραθεν παιδεία», δηλαδή την, εκ των πραγμάτων π α γ κ ό σ μ ι α, Ελληνική Γραμματεία...

"Αφιερώματα" - Έντυπη έκδοση

"Αφιερώματα" - Έντυπη έκδοση

Arthina art culture


designing event> τόπος τέχνης,τοπίο πολιτισμού

Δημοφιλέστερα άρθρα

Τα «αφιερώματα» σας προτείνουν...

... ένα εξαιρετικό site για τον πολιτισμό!!!

Δείτε ΕΔΩ: www.os3.gr

 
Support : Your Link | Your Link | Your Link
Copyright © 2013. afieromata.gr - All Rights Reserved
Template Created by Creating Website Published by Mas Template
Proudly powered by Blogger
-->